A
- androgyne, androgynoys :
ανδρόγυνος, άτομο που γεννιέται με γενετικά όργανα και των δυο φύλων, ή που η εμφανισή του
παραπέμπει και στα δυο φύλα, στο πρόσωπο ή/και στο σώμα. Πολλές έφηβες κι έφηβοι έχουν ανδρόγυνη
εμφάνιση πριν αναπτυχθούν τα χαρακτηριστικά του φύλου τους. Η λέξη ανδρόγυνος τονίζει την ταυτόχρονη
εμφάνιση χαρακτηριστικών και των δυο βιολογικών φύλων ή την έλλειψη έντονων χαρακτηριστικών φύλου.
παράβαλε ερμαφρόδιτος/hermaphrodite
- androgynous lezies:
ανδρόγυνες λεσβίες. η εμφάνισή τους είναι σχεδόν α-φυλη, ούτε ιδιαίτερα γυναικεία, ούτε ιδιαίτερα
ανδρική
B
- BDSM: Bondage, Discipline/Dominance, Sado-Masochism (ερωτικά παιχνίδια εξουσίας κι επιβολής)
- bi : bisexual
- bifriends : αμφισεξουαλικοί φίλοι
- bisexual : αμφισεξουαλική/ος
- Boston Marriage : (άτυπος) λεσβιακός γάμος ή λεσβιακό ζευγάρι που συζεί ανοιχτά, χωρίς όμως καμιά αναφορά ούτε υπόνοια κοινού κρεβατιού, όπως συνηθιζόταν στη Βοστώνη το 19ο αι. Παραπομπή σε λογοτεχνικές &
ιστορικές αναφορές, βλ. & ομώνυμο έργο του Μάμετ,
- butch/femme : ταμπέλες που ήταν απαραίτητες κάποτε (1960ς στην Αμερική, 1970ς στην Ευρώπη) ώστε να είναι
σαφές ποιον υποχρεωτικά ετερόφυλο ρόλο αναπαράγει καθεμιά. Τον 21ο αιώνα καταργημένες και με
ακαδημαϊκούς τίτλους πλέον (queer studies), αναφέρονται ακόμα σε εμφάνιση & συμπεριφορές, παιχνίδια ρόλων
ή και λογοπαίγνια. Για παράδειγμα βλέπε αγγελίες γνωριμιών τύπου " soft butch bottom, αναζητώ δυναμική πολύ femme top για παιχνίδια. Μόνο εξωγήινες." Ενώ ακόμα ορισμένες παρέες πιστεύουν ότι όσες φορούν κραγιόν
αποκλείεται νάναι τοπ κι όσες φορούν γραβάτα αποκλείεται το αντίστροφο.
Κάντε όσα λογοπαίγνια θέτε, αλλά ακολουθείτε πάντα την καρδιά σας και μην εγκλωβίζεστε σε καμιά ταμπελίτσα.
- butch : άτομο που ντύνεται ή φέρεται έντονα στο μοντέλο του αρσενικού (ιδιαίτερα συχνά)
- butch lesbian : λεσβία butch
C
- civil partnership : αστικό συμβόλαιο συμβίωσης ζευγαριού, σε κάποιες χώρες παρέχει όλα τα δικαιώματα γάμου (πχ. Βρετανία), σε άλλες δίνει περιορισμένα δικαιώματα
- clit : σύντμηση του clitoris, κλειτορίδα
- clitoris : κλειτορίδα
- closet : "ντουλάπι", μεταφορικά, αναφέρεται για τους ομοφυλόφιλους και όλους τους ανθρώπους με εναλλακτικές σεξουαλικές ταυτότητες, που βιώνουν μυστικά τη σεξουαλικότητά τους ότι είναι (κρυμένοι) στο ντουλάπι "in the closet".
- closeted : in the clozet, βλ. & "closet"
-
- closeted lesbian/gay/trans : ομοφυλόφιλοι ή queer άνθρωποι που δεν έχουν αποδεχτεί την ταυτότητά τους ή που δεν την εχουν αποκαλυψει στο περιβάλλον τους - μπορεί να είναι "partly closeted", δηλαδή σε κάποιο συνδυασμό ειλικρίνειας και μυστικότητας, να το έχουν αποδεχτεί και αποκαλύψει σε επιλεγμένους ανθρώπους αλλά όχι παντού.
- cross dress : (ρήμα) ντύσιμο σε στυλ που θεωρείται "του άλλου φύλου"
- crossdresser/s : ανθρωποι που μερικές φορές φορούν ρούχα του άλλου φύλου, για προσωπικούς λόγους
- compersion : η εμπειρία της χαράς όταν η σύντροφός σου είναι (χαρούμενη) με κάποιο άλλο άτομο. Κυρίως σε σχέσεις polyamory.
- condom: προφυλακτικό (κλασικού τύπου)
- Cruising .. στέκια όπου μαζεύονται οι γκέη άνδρες για καμάκια και ανώνυμο σεξ - συνήθως δημόσιοι απόμεροι χώροι, & η συγκεκριμένη συμπεριφορά.
- cunnilingus : αιδειολειχία, (λατινική λέξη που χρησιμοποιείται παγκόσμια) - the fine art of making love to a vagina with your mouth and tongue - βλ. & http://www.luckymojo.com/faqs/altsex/cunni.html
- cunt : αργκό για τα γυναικεία γεννητικά όργανα
- cyberdykes : cyber+dykes, κυβερνολεσβίες. Συχνά αναφέρεται σε λεσβίες που αγαπούν ιδιαίτερα τη διασκέδαση χωρίς αναστολές, από την αντίστοιχη ιστοσελίδα που χρησιμοποίησε τον όρο βλ. http://www.cyberdykes.com
D
- dental dam : οδοντικό διάφραγμα, μεμβράνη από λατέξ που χρησιμοποιείται συχνά από τους οδοντογιατρούς, παρόμοιο με το γυναικείο προφυλακτικό. Χρησιμοποιείται κακόχρηστα και αντί του "oral dam"
- dildo: τεχνητό υποκατάστατο πέους σε στύση, ομοίωμα φαλού, ιδιαίτερα ως ερωτικό αντικείμενο/παιχνίδι
- dominatrix: κυριαρχική εξουσιαστική γυναίκα, ιδιαίτερα σε ερωτικά παιχνίδια
- drag kings : γυναίκες που μιμούνται διάσημους άνδρες performer, όπως για παράδειγμα τον Ελβις Πρίσλεϋ,
ή οποιοδήποτε άλλο γνωστό καλλιτέχνη (ιδ.σε τραγούδι και χορό). Aντίστοιχο του Drag Queens.
- drag queens : άνδρες που μιμούνται διάσημες γυναίκες performer, επαγγελματικά και συνήθως εξαιρετικά, όπως για παράδειγμα τη Νανά Μούσχουρη, ή οποιαδήποτε άλλη γνωστή καλλιτέχνιδα, ιδ.σε τραγούδι και χορό.
- dyke : λεσβία - ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί υποτιμιτικά για τις λεσβίες, αλλά ανακτήθηκε, και σήμερα τον
χρησιμοποιούμε περήφανα, όπως και το ροζ τρίγωνο. Λεσβία, ιδ. που ζει σαν τέτοια
- dystopia : δεν υπάρχει αντίστοιχη ελληνική λέξη. σημαίνει το αντίθετο της ουτοπίας κατά
μια έννοια, μια απαισιόδοξη ή καταστροφολογική ιστορία για το μέλλον συνήθως, όπως για παράδειγμα το 1984 του Οργουελ. Μπορείτε να μαντέψετε γιατί συναντάται αρκετά συχνά σε γυναικείες γραφές.
E
- equal attraction - ιδ. για αμφισεξουαλικά ατομα, το να γοητεύονται από τα δυο φύλλα σχεδόν εξίσου
- ex : πρώην (& "Χ")
F
- fag : υποτιμητικός αποφευκταίος χαρακτηρισμός για ομοφυλόφιλους άνδρες. 'Ισως περίπου αντίστοιχο με τις δικές μας "συκιές" ?
- faghag : χρησιμοποιήθηκε για τους φίλους των ομοφυλοφίλων, με την ίδια υποτιμητική έννοια
- femidom : προφυλακτικό από latex, νεώτερου τύπου, που φοριέται εσωτερικά, ιδ. από γκεη ανδρες & προωθήθηκε (σε άλλες χώρες) ως "γυναικείο". Η διαφορά του από το κλασικό είναι ότι το φοράει το άτομο που θα δεχτεί κολπική ή πρωκτική διείσδυση.
- female genital mutilation : γενετικός ακρωτηριασμός γυναικών, τμηματικό κόψιμο του εξωτερικά εμφανούς τμήματος της κλειτορίδας. Γίίνεται "πατροπαράδοτα" σε κάποιες ανδροκρατικές κοινωνίες σε πολύ τρυφερή ηλικία του θύματος (πριν την εφηβεία), συχνά με απαράδεκτους επικίνδυνους τρόπους. Βλέπε σχετική σελίδα: κλειτοριδεκτομή
- feminism : φεμινισμός, το παγκόσμιο κίνημα διεκδίκησης ίσων δικαιωμάτων των γυναικών. Ξεκίνησε στη Δ. Ευρώπη και την Β. Αμερική διεκδικώντας βασική εκπαίδευση και των κοριτσιών, έπειτα διεκδίκησε το δικαίωμα ψήφου. Σήμερα (21ος αιώνας) διεκδικεί ακόμα το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, ίσες αμοιβές για την ίδια εργασία.. και την εφαρμογή εκατοντάδων διεθνών, ευρωπαϊκών και τοπικών σχετικών νόμων που απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω φύλου.
- femme : άτομο που ντύνεται & φέρεται έντονα στο μοντέλο του θηλυκού, συχνά χρησιμοποιείται για τις πολύ
θυλικές λεσβίες, βλ. & lipstic lesbian
- femme/s : άνθρωποι που ντύνονται και φέρονται περισσότερο σαν πολύ .. θυλικές γυναίκες, και γενικά αποφεύγουν τα ντυσίματα και συμπεριφορές που δεν τονίζουν αρκετά τη θυληκότητά τους. 'Οταν αναφέρεται σε λεσβίες, σχεδόν συνώνυμο του lipstic lesbian
- FTM : (female to male) Τρανσεξουαλικοί άνθρωποι που γεννήθηκαν σε γυναικείο κορμί και άλλαξαν σε άνδρες
G
- gal : κοπελιά, φιλαράκι (το θηλικό του guy)
- gay : ομοφιλόφιλοι/ος, επίθετο, συχνά αναφέρεται μόνο στους άνδρες & προτιμητέο να αναφέρεται ρητά "γκέη
άνδρες και γυναίκες" για αναφορά σε όλες & όλους τους ομοφυλόφιλους ή/και με διαφορετική σεξουαλικότητα.
Προτιμητέος ο όρος queer για αναφορά σε όλες/ους τους ανθρώπους με διαφορετική σεξουαλικότητα.
- gender ID: σεξουαλική ταυτότητα, γεννετήσια ταυτότητα. Στα ελληνικά έγγραφα της Ευρωπαϊκής ένωσης
μεταφράζεται λανθασμένα ως "φύλο". Για παράδειγμα, ο τίτλος της οδηγίας ενάντια στις διακρίσεις "Gender equality directive" (για την ισότητα ανεξάρτητα από γενετήσια ταυτότητα) - μια οδηγία που ουσιαστικά επιβάλλει την πλήρη ισότητα και τις μη-διακρίσεις λόγω διαφορετικής γεννετήσιας ταυτότητας, που προστατεύει δηλαδή κάθε ομοφυλόφιλο, αμφισεξουαλικό, τρανσέξουαλ, και κάθε εναλλακτική σεξουαλική ταυτότητα, στα ελληνικά μεταφράστικε "επίσημα" ως "οδηγία για την ισότητα ανδρών-γυναικών". Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τον τίτλο, όλες οι διατάξεις της οδηγίας ισχύουν φυσικά και στην Ελλάδα, μια και την έχει ψηφήσει και δεχτεί.
- gender-bender : άτομο που αμφισβητεί έμπρακτα τα κυρίαρχα μοντέλα θηλυκού-αρσενικού στην καθημερινή εμφάνιση και συμπεριφορά της/του. Δεν δίνει καμιά σημασία στους υποτιθέμενους "παραδοσιακούς" ρόλους και τις υποτιθέμενες υποχρεώσεις των φύλων, ντύνεται, εκφράζεται και ζει ελεύθερα, όπως νοιώθει καλύτερα η ίδια ή ο ίδιος.
- gender-blindness : αδυναμία συνειδητοποίησης (ή & πλήρης αδιαφορία) για την σεξουαλική ταυτότητα των άλλων, & ιδ. του ατόμου που ερωτευόμαστε
- gender-changer : στα ηλεκτρικά/ηλεκτρονικά είναι ένα βίσμα-μετατροπέας που μπορεί να ενώσει δυο "θηλυκά" ή δυό "αρσενικά" βίσματα ίδιου τύπου & μεταφορικά άτομο ή εκδήλωση που ανατρέπει παραδοσιακές θεωρίες περί "ανδρικού" και "γυναικείου".
- gender dysphoria"
- gender identity : σεξουαλική ταυτότητα. το πώς νοιώθουμε και το πώς βιώνουμε (με/για) την σεξουαλικότητά μας
- gender identity issues : θέματα σεξουαλικής (ελλ. νομ. "γεννετήσιας") ταυτότητας
- gender transition (~sex re-asignment?) : αλλαγή βιολογικού φύλου, η καλύτερη θεραπεία για τους ανθρώπους
που υποφέρουν από "gender dysphoria"
- go down on (a woman) : .. εεε... μερικές το λένε και "προσκυνώ" (γυναίκα) .. κατεβαίνω να τη φιλήσω κάτω από τον αφαλό, ..
- granola dyke : πράσινο τσάι και του βουνού (μεγάλη συλλογή) και ματζούνια της γιαγιάς και φυσικές θεραπείες και γυναικείες γιαγιοπαραδότες παραδόσεις.. ενώ καμιά σχέση με την τρέχουσα μόδα, πλεχτές κάλτσες και ντύσιμο του 1970ς (βασικά τα απομεινάρια των παιδιών των λουλουδιών), δείχνει ασεξουαλική ενώ.. ποτέ δεν
ξέρεις τί κρύβει. Αναφορά στο vanila lesbian, με τη διαφορά ότι τότε (1970'ς) ήτανε στη μόδα ενώ τώρα
υποτίθεται ότι είναι και παλιομοδίτικο.
- group marriage : ομαδικός γάμος
H
- hermaphrodite : ερμαφρόδιτος, ανδρόγυνος. Η λέξη ερμαφρόδιτος τονίζει την ικανότητα επίδειξης χαρακτηριστικών και των δύο φύλων και αλλαγής μεταξύ τους (πχ. Ορλάντο). βλ. intersexed, androgynoys
- hetero : "ετερό~", πρόθεμα, ή σύντμηση για "ετεροφυλόφιλη/ος"
- heteronormativity : στις σπουδες φύλου και στην queer theory, αναφέρεται στην επιβαλόμενη "υποχρεωτικήεεροκανονικότητα"
- heterosexism : ετεροσεξισμός, ιδ. η προσπάθεια υποχρεωτικής επιβολής του. Εΐναι ενσωματωμένος στους θεσμούς και παντού, τόσο που για κάποιους θεωρείται "φυσικός". Το χειρότερο είναι ότι καλλιεργείται έντονα και στα παιδιά (αυτό το παιχνίδι ή το ρούχο δεν είναι αρκετά αγορίστικο ή αρκετά κοριτσίστικο) με αποτέλεσμα τη διαιώνιση της ομοφοβίας. Ο καταναγκαστικός ετεροσεξισμός αποτελεί την ισχυρότερη απόδειξη ότι η κοινωνία γνωρίζει καλά την αλήθεια των ερευνητικών συμπερασμάτων του >Α. Kinsey ότι όλα τα θηλαστικά μπορούν να ανταποκριθούν σε ερωτικά ερεθίσματα και των δυο φύλων.
- heterosexual : ετεροσεξουαλικός/η, άτομο που ερωτεύεται και ονειρεύεται ερωτικά αποκλειστικά και μόνο άτομα τού άλλου φύλου. Ναι, αυτός είναι ο επίσημος ορισμός, και σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό.. ποιό νά'ναι άραγε το ποσοστό των φανατικών ετεροσεξουαλικών?
- heterosexuality : ετεροσεξουαλισμός, η σεξουαλική προτίμιση για άτομα του άλλου φύλου, και ιδ. η κοινωνική αυταπάτη που προσπαθεί να την επιβάλει ως το μoναδικό επιτρεπόμενο τρόπο ζωής (κοινωνικά επιβαλόμενος ετεροσεξισμός). Χρησιμοποιείται απο τις καταπιεσμένες και με την εννοια "heteronormativity".
- homo : "ομό", [&] αγγλική συντ. για Ομοφυλόφιλη/ος, και πηγή πολλών λογοπαιγνίων με αναφορές στη συνώνυμη λατινική λέξη
- homosexual :Ομοφυλόφιλη/ος. ιδ. αναφερόμενο σε αγόρια, αν δεν συνοδεύεται από επεξηγήσεις.
- homophilic : φιλικό προς την ομοφυλοφιλία
- homophobic : ομοφοβικός, ομόφοβος
- homophobia : ομοφοβία
- homophobia : ομοφοβία, ομοφυλοφοβία
I
intersex : ερμαφρόδιτος (ανάμεσα στα βιολογικά φύλα). ανθρωπος με διπλό φύλο, βιολογικά. hermaphrodite .. people born with ambiguous genitalia, chromosomes and (posibly) psychological differences.
invert : [&] ομοφυλόφιλη/ος (μτφ.), αρνητικά φορτισμένος όρος, είναι ο συχνότερα αναφερόμενος στις και στους μοφυλόφιλους σε αγγλόφωνα σε κείμενα παλαιότερα της εμφάνισης του όρου "homosexual".
Κυριολεκτικά σημαίνει αντεστραμένος, ανάστροφος, ανάποδος.. σίγουρα όχι κανονικός.
j
K
- king show : drag king show.
- Kinsey, Alfred : βιολόγος, ο πρώτος επιστήμονας που τόλμησε να ερευνήσει τη σεξουαλικότητα των φύλων ανθρώπων και ζώων. βλέπε αφιέρωμα,
βιβλία & ταινία
- Kinsey scale: κλίμακα του Κίνσεϋ
L
- labrys : λάβρυς (ο διπλός πέλεκυς), βλ. σύμβολα
- lesbian : λεσβία, λεσβιακό
- Lesbian Bed Death : στη μέση του κρεβατιού το ποτάμι είναι βαθύ. Ο τρόμος κάθε μακροχρόνιου ζευγαριού.
- lesbian feminism : λεσβιακός φεμινισμός
- lesbian handbag : χρησιμοποιείται όχι-πολύ-ευγενικά για τους ομοφυλόφιλους άνδρες που κυκλοφορούν πάντα
με λεσβιακές παρέες ή που κολλάνε συνέχεια σε μια λεσβία ή ένα λεσβιακό ζευγάρι.
(κυριολεκτικά σημαίνει λεσβιακή γυναικεία τσάντα)
- lesbian icons : λεσβιακά πρότυπα. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν, επειδή ούτε εμείς οι ίδιες δεν τιμάμε τις δικές μας γυναίκες που έχουν πετύχει κάτι, στη θέση τους λατρεύεται κάθε όμορφη που παίζει ένα φιλικό ρόλο σε μια καλή ταινία. Για περισσότερα ρωτήστε την ίδια τη Μαρυλ Στρηπ ή τη Βανέσα Ρεντγκρέηβ και δείτε & Λεσβίες που αλλάζουν τον κόσμο (τους/&/μας)
- lesbian identity : λεσβιακή ταυτότητα. Για τους εχθρικούς, φτάνει να μην βγαίνεις σε αγόρια (ειδικά στο χωριό τους) κι είσαι λεσβία, ενώ για κάποιες άλλες φανατικές ομάδες φτάνει να βγεις μια φορά με ένα αγόρι (ειδικά στο πάρτυ της ΛΟΑ) και δεν είσαι. Αλλες πιστεύουν ότι λεσβίες είναι μόνο όσες αγαπούν και υποστηρίζουν όλες τις γυναίκες και τα φεμινιστικά ζητήματα, ή όσες δεν γνώρισαν ποτέ άνδρα (ούτε ένα ραντεβού!), ή, για τις πιο μετριοπαθείς, τουλάχιστο δεν ξαναβγήκαν με άντρα από τη στιγμή που δέχτηκαν ότι είναι λεσβίες. Ενώ η "πολιτικά ορθή" άποψη τείνει στο ότι λεσβία είναι αυτή που δηλώνει λεσβία. Κι άλλο ένα ερώτημα, τί είναι όσες δηλώνουν λεσβίες και δεν βγαίνουν με αγόρια αλλά ούτε με κορίτσια ? Για τις πιο πολλές το να πας με γυναίκα σε "κάνει" λεσβία, τουλάχιστο μέχρι την επόμενη φορά που θα πας με.. άλλο φύλο. Εάν συζείς φανερά με άλλη λεσβία ή αν την παντρευτείς, κερδίζεις τιμητικά τον τίτλο, ανεξάρτητα από το τί μπορεί να κάνεις σε κάποια έξοδό σου, όπως και το να ιδρύσεις μια λεσβιακή ομάδα επίσης. Τελικά ίσως τα κριτήρια μερικών ανθρώπων σηκώνουν πολύ τσικουδιά..
- lesbo : αργκό για lesbian, συχνά υποτιμητικό, ιδιαίτερα από γυναίκες
- lezzies : λεσβίες (lesbians) (ήταν μειωτικό, τώρα αρκετές αμερικάνες ιδίως το χρησιμοποιούν ως υποκοριστικό του lesbians - αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρο παντού ότι δεν θα παρεξηγηθούν στη χρήση του! )
- LG : Lesbian & Gay
- LGBT : lesbian, gay, disexual & transgender
- LGBTQIF+ : λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφί, τρανσεξουαλικοί, υπερφυλικοί, queer, τραβεστί, ψαχνόμενοι,
οικογένειες, φίλοι και.. όλες κι όλοι οι άλλοι που θέλουν να τις υποστηρίξουν (τα αρχικά των λέξεων
Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Queer, Inquiring, Friends & Family)
- lipstic : κοκέτες γυναικες, βάφονται και ντύνονται με πολύ τονισμένα θυλικά "σημάδια", πολύ συχνά ή πάντοτε, δεν εμφανίζονται σχεδόν ποτέ χωρίς κραγιόν!
- lipstic lesbians : λεσβίες lipstic, βλ. παραπάνω
- Long-Distance Relationships : σχέσεις από απόσταση, δυστυχώς πολύ συχνές, από γνωριμίες σπουδών, διακοπών και κάθε είδους μετακινήσεων, ειδικά μια και στην "άλλη πόλη" είναι πάντα πιο εύκολο να κυκλοφορείς με την καλή σου χωρίς να κινδυνεύεις από τις κακές γλώσσες. Καλύτερα αγοράστε μετοχές τηλεπικοινωνίας και αεροπορικών εταιριών και φροντίστε τουλάχιστο μια απο τις δυο να βρει (καλή) δουλειά στην πόλη της άλλης.
Ειδικά αν η πόλη της άλλης είναι στην Ολλανδία, την Ισπανία ή το Βέλγιο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το οικονομικό και συναισθηματικό κόστος, ούτε μόνο ότι έτσι αποκλείεται να βρείτε μια καλή κοπέλα που να μπορείτε στ' αλήθεια να μοιραστείτε την καθημερινότητα και να γεράσετε μαζί. Είναι κυρίως ότι έτσι, μισο-συνειδητά αποφεύγετε μια αληθινή σχέση. Και μην απορείτε για τις μη-ελληνίδες που ζουν μόνιμα ευτυχισμένες σε ελληνικά θέρετρα.
M
- male impersonator : Κάποια που κάνει ένα ανδρικό ρόλο, στην οθόνη ή στα αλήθεια, όπως για παράδειγμα η Κατερίνα Χέπμπουρν στην ταινία του 1935 "Sylvia Scarlett"
- masculine woman : αρρενωπή γυναίκα, δυναμική, ανδρογυναίκα
- masher: male impersonator
-
- monogamy : μονογαμία, η πρακτική του να έχουμε ένα αποκλειστικό ερωτικό σύντροφο
- monosexuality : η θεωρία της κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας ότι είναι "αποδεκτό" ή "επιτεπτό" να αγαπάμε άτομα μόνο ενός συγκεκριμένου φύλου. Κι η επιλογή αυτή μας καθορίζει, αποτελεί τμήμα της ταυτότητάς μας.
- MTF : (male-to-female) τρανσεξουαλικοί άνθρωποι που γεννήθηκαν σε αρσενικό κορμί, και το άλλαξαν
- No ho/No op : οι άνθρωποι που δεν θέλουν εγχείρηση, ούτε να "αλλάξουν" την εμφανισή τους, ενώ είναι /ή/σχεδόν transgender, συνήθως ανδρόγυνοι άνθρωποι που δέχονται το σώμα τους και δεν θέλουν να το αλλάξουν
- non-monogamy : το αντίθετο της μονογαμίας, όπου δεν έχουμε καμιά αποκλειστικότητα στις σχέσεις μας. (ισότιμα και με ειλικρίνεια)
N
O
- outing : αποκάλυψη άλλου προσώπου από τρίτους, όπως για παράδειγμα στην ταινία "In & Out". To Outing είναι πάντα λάθος, εκτός από την περίπτωση που έχουμε έγγραφη παράκληση του θύματος να το κάνουμε για λογαριασμό του.
P
- pansexuality : πανσεξουαλικότητα, βλ & www.pansexuality.it
- partner : σύντροφος (ο/η)
- passing priviledge : (το προνόμιο του να "περνάς" ..) Η ικανότητα ορισμένων τρανς ανθρώπων να έχουν την εμφάνιση και την συμπεριφορά της σεξουλικής ταυτότητας που προτιμούν, ώστε να μην φαίνονται ότι είναι τρανς.
- PEP - post-exposure prophylaxis. θεραπεία προφύλαξης εναντι του HIV/AIDS μετά την έκθεση (24ώρες)
- post-op : μετά την εγχείριση, τρανς άτομο πλήρως στο νέο του φύλο
- pre-op : πριν την εγχείριση (τρανς άτομο στη διαδικασία αλλαγής)
- pride : περηφάνεια, κι οι ομώνυμες περήφανες γιορτές ανά τον κόσμο
- poly : αναφορά στην ένοια που αρχίζει από "πολύ~" και που ταιριάζει με το θέμα του κειμένου (συμφραζόμενα). Συχνά σε κείμενα σχετικά με εναλλακτικές σεξουαλικότητες αναφέρεται σε polyamory, ιδιαίτερα σαν αυτοπροσδιορισμός της συγκεκριμένης φιλοφοφίας
- polyamory : η επιθυμία, η πρακτική κι η αποδοχή σταθερών στενών συναισθηματικών σχέσεων με περισσότερα
από ένα άτομα ταυτόχρονα, με πλήρη γνώση συναίνεση και συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων.
Το ράδιο-αρβύλα το συγχέει με ανεξέλεγκτες πολλαπλές σχέσεις που δεν γνωρίζουν τίποτα ια τις άλλες.
που αθεμιά νομίζει ότι είναι αποκλειστική, αλλά η σημαντική διαφορά είναι η ειλικρίνεια κι η αποδοχή μεταξύ όλων των ατόμων, και η σχετική σταθερότητα της σχέσης στο χρόνο. Αναφέρεται και ως συναινετική και υπεύθυνη μη-μονογαμία.
βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Polyamory - http://www.polyamorysociety.org
- polyamorous : >άνθρωποι που αγαπούν ερωτικά περισσότερους από ένα ανθρώπους, με παράλληλη διάφανη γνώση και αποδοχή όλων των συμμετεχόντων συντρόφων
- polyfidelity : ερωτική δέσμευση προς περισσότερα από ένα άτομα, βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Polyfidelity
- polyfidelitous : άνθρωπος που είναι πιστός σε όλους τους συντρόφους του (που είναι από 2 και πάνω)
- polygender/ed : άνθρωποι που αρνούνται να περιορίσουν την σεξουαλική τους ταυτότητα σε οποιαδήποτε στενά πλαίσια καθορισμού
- polygamy : πολυγαμία. Είναι παράνομη στις περισσότερες χώρες στον κόσμο, με εξαίρεση ελάχιστες χώρες όπου η γυναίκα θεωρείται αντικείμενο κι επιτρέπεται κάποιος (άνδρας) με κάποια κριτήρια (κυρίως οικονομικά) να "κατέχει" περισσότερα του ενός γυναικεία αντικείμενα. Είναι απαράδεκτη όπως εφαρμόζεται.
- post-operative (trassexual condition) : μετεγχειρητικός, αναφορά σε στάδιο αλλαγής φύλου ανθρώπων τρανς.
- pre-operative (pre-op) : προεγχειρητικός, αναφορά σε στάδιο αλλαγής φύλου ανθρώπων τρανς, συνήθως δηλώνει ότι είναι σχεδόν έτοιμοι για την εγχείρηση.
- Pride (festival): περήφανο φεστιβάλ ή/και παρέλαση. ο όρος συχνά υπονοεί "Gay pride" - περήφανη παρέλαση ομοφυλόφιλων
Pride is : The quality of being proud. I.1. A high or overwhelming opinion of one’s own qualities, attainments, or estate.
2. The exhibition of this quality in one’s attitude, bearing, conduct, etc. 3. A consciousness of what is befitting or
due to oneself or one’s position 4. A feeling of elation or high satisfaction derived from some action or possession.
II.1. Magnificence, splendor; pomp, display. +6. Sexual desire, ‘heat’. (1604).
Q
- queer : άτομο ή φιλοσοφία που αμφισβητεί τον ετεροσεξουαλικό καταναγκασμό των δυο φύλων και τους
απαιτούμενους κοινωνικούς ρόλους τους. Λιγότερο συνειδητά ήταν όλη η γενιά που άρχισε να ντύνεται σε
ύφος "unisex", αλλά ο όρος αναφέρεται συνήθως σε πιο συνειδητές καταστάσεις κι ιδιαίτερα στις σπουδές
φύλου & ισότητας. βλέπε & queer
- queer nation : βλέπε παρακάτω & μια queer theory της Ερμείας
- queer theory : περίπου, η θεωρία ότι οι περισσότεροι γεννιόμαστε αμφισεξουαλικοί, κι αν δεν υπήρχε η επιβαλόμενη κοινωνική εκπαίδευση που μας αναγκάζει να μάθουμε και να συμμορφωθούμε με τον πρέποντα ρόλο γυναίκας ή άνδρα, τότε θα εκφραζόμασταν ελεύθερα στην ευρύτατη γκάμα που μελέτησε και ο Kinsky μετάξύ των "2 φύλων".
R
- rainbow : ουράνιο τόξο, βλ. σύμβολα
- rainbow flag : η σημαία του ουράνιου τόξου, με έξι λουρίδες για να ξεχωρίσει από τις παρόμοιες σημαίες της ειρήνης κλπ. βλ. σύμβολα
- Registered Cohabitation : εγγεγραμμένη συγκατοίκηση. Αρκετές χώρες υποστηρίζουν κοινωνικές παροχές σε ανθρώπους που συγκατοικούν μακροπρόθεσμα (συνήθως πάνω από 5 χρόνια), αναγνωρίζοντας ότι αλληλ-εξαρτώνται για την επιβίωσή τους, ανεξάρτητα από τα φύλα των ανθρώπων και το είδος της πιθανής σχέσης τους. Ιδιαίτερα δικαιώματα στέγασης στην περίπτωση θανάτου του ενόςμέλους και κοινές οικονομικές παροχές ή/και φορολογικές ελαφρύνσεις.
- Registered Partnership : συμβόλαιο συμβίωσης, εγγεγραμμένο στο ληξιαρχείο (δηλωμένη συντροφικότητα),
S
- Sappho : Σαπφώ
- sapphic : σαπφικό, αναφερόμενο στη Σαπφώ, όπως πχ. στην τυπολογία των στίχου της (σαπφική στροφή),
ή στις πραγματικές ή υποτιθέμενες συνήθειές της, πχ. σε παρόμοια σαλόνια κοριτσιών.
- sapphite : σαπφίδα (σαπφικό άτομο)
- Serial Monogamy : σειριακή μονογαμία. Σύντομες αποκλειστικές σχέσεις, γενικά έντονες και γεμάτες πάθος.
Ενας τρόπος να αποφύγεις το lesbian bed death και το κόστος των σχέσεων από απόσταση, αλλά και το χτίσιμο
αληθινής σχέσης & οικειότητας, ενώ φυσικά μπορείς ταυτόχρονα να κοροϊδεύεις ακόμα και την εαυτή σου ότι
τάχα απλά σου τυχαίνει.. ενώ εσύ αναζητάς την κα. Τέλεια.
- sex: 1. (βιολογ.) φύλο (αρσενικό ή θηλυκό) 2. σεξ
- sexism : σεξισμός. Κοινωνική ασθένεια
- sexist : σεξιστής. Πιστεύει ότι ένα από τα φύλα είναι ανώτερο και φέρεται υποτιμιτικά στα άλλα φύλα.
- sexual minorities : σεξουαλικές μειονότητες. Η θεωρία ότι τάχα υπάρχουν μικρές ομάδες ανθρώπων
με σεξουαλικότητα διαφορετική από την κυρίαρχα αποδεκτή. Αποτελεί ένα από τα ισχυρά όπλα στην επιβολή της ετεροκανονικότητας, ιδιαίτερα εφόσον η θεωρία αυτή γίνεται αποδεκτή και από τους περισσότερους υποστηρικτές της ισότητας, αλλά και από τους περισσότερους ανθρώπους lgbtqf+, με αποτέλεσμα να πιστεύουν κι οι ίδιοι το παραμύθι ότι τάχα είναι πολύ λίγοι, και να αοδέχονται μέρος της καταπίεσής τους ως "μειονότητα"!!!
- sexual orientation : σεξουαλικός προσανατολισμός (ποιο είδος ανθρώπων μας γοητεύει)
- sexual reassignment : σεξουαλικός επαναπροσδιορισμός.
- sexuality : σεξουαλικότητα
- single : μόνη/ος, χωρίς σχέση/σύντροφο
- stone butch : λεσβίες με πολύ έντονη αρσενική ενέργεια, πολύ φανατικές στο συγκεκριμένο θέμα (νταλίκες)
- Stonewall : βλέπε αφιέρωμα στο sapphogr.net/istoria/20os/stonewall.html (και αντίγραφα)
- "straight" : κυριολ. ευθύς, ίσιος, τακτοποιημένος, ειλικρινής. Αναφορά σε ετεροσεξουαλικούς ανθρώπους.
T
- tipping the velvet : ευφημισμός για το cunnilingus
[tipping = αγγίζω ή παίζω με την άκρη, πχ. με ακροδάκτυλα ή με την άκρη της γλώσσας. Το βελούδο το γνωρίζουμε.]
Βλέπε & ομώνυμη ταινία του BBC
- tom : tomboy, butch, (ανεξάρτητα ηλικίας)
- tomboy - αγοροκόριτσο (παιδί,έφηβη)
- tommish : γυναίκα που κάποτε φέρεται σαν tom, αντροφέρεται, αντροντύνεται .. (όχι έντονα, όχι πάντα..)
- toy/s: παιχνίδια (αθύρματα, όχι παίγνια), ιδιαίτερα ερωτικά αντικείμενα για σεξουαλική χρήση
- transsexual : 1. άτομο που του αρέσει να "παίζει" με εμφανίσεις του άλλου φύλου, τακτικά ή κυρίαρχα 2. κακόχρηστο (και παραφορτωμένο..) αντί του transgender
- transgender : υπερφυλικός, άτομο που έχει αλλάξει φύλο ή βρίσκεται στη διαδικασία αλλαγής. βλ. & wikipedia
- transphobia : φοβία και αρνητικές συμπεριφορές προς κάθε αναφορά σε ανθρώπους με σεξουαλική ταυτότητα
διαφορετική από το βιολογικό φύλο του σώματος στο οποίο γεννήθηκαν. Συχνά συνοδεύεται από ιδιαίτερα επιθετικές συμπεριφορές προς κάθε άτομο, κατάσταση ή αναφορά σε τρανς
(και συνήθως συνοδεύει φοβίες προς κάθε διαφορετικό).
- transvestite : τραβεστί. άνθρωποι που μερικές φορές ντύνονται με ρούχα και αξεσουάρ που η κοινωνία
θεωρεί ότι ανήκουν στ "αντίθετο" φύλλο. cross-dressers (ειδικά συχνά ή μόνιμα). Ελλ. νομ. "παρενδυτικοί"
U
V
- vanilla lesbian : λεσβία με μεγάλη συλλογή από αρωματικά τσάγια & βότανα, οπαδός της φυσικής διατροφής
και πιθανότατα & χορτοφάγος. Κάποτε στο αμέρικα ('70ς) ήταν συχνό φαινόμενο, εξ ού κι η ταμπελίτσα.
- vibrator: δονητής
- visibility: ορατότητα, το να φαίνεσαι, ιδιαίτερα χωρίς να κρύβεις τη διαφορετική σεξουαλική σου ταυτότητα
W
X
- Χ . σε γραπτά κείμενα (και στο διαδίκτυο) συχνά σημαίνει "ex" δηλαδή πρώην (σχέση)
Y
- Yogyakarta Principles : μια παγκόσμια πρωτοβουλία δικηγόρων που αναλύει το Διεθνές Δίκαιο για
τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από την άποψη των LGBT ανθρώπων, αλλά και κατά πόσο βοηθούν για έναν μελλοντικό σεβασμό ίσων ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους. ελληνικό κείμενο: https://arxesyogyakarta.wordpress.com/
Z
βλέπε επίσης
αρκτικόλεξα (διεθνή) -
δικαίωμα-ισότητα -
περισσότερα λεξικά των Σαπφίδων στο διαδίκτυο
- - - συνδεσμοι
....