θεματικό ευρετήριο  
Σαπφικός Λόγος -

Λεξικά -

Κοινότητα -

Χάρτης Σελίδων -

Eπικoινωνία


Σαπφικό λεξικό LGBTQFI+

androgyne, androgynoys
ανδρόγυνος, άτομο που γεννιέται με γενετικά όργανα και των δυο φύλων, ή που η εμφανισή του παραπέμπει και στα δυο φύλα, στο πρόσωπο ή/και στο σώμα. Πολλές έφηβες κι έφηβοι έχουν ανδρόγυνη εμφάνιση πριν αναπτυχθούν τα χαρακτηριστικά του φύλου τους. Η λέξη ανδρόγυνος τονίζει την ταυτόχρονη εμφάνιση χαρακτηριστικών και των δυο βιολογικών φύλων ή την έλλειψη έντονων χαρακτηριστικών φύλου. παράβαλε ερμαφρόδιτος/hermaphrodite

androgynous lezies
ανδρόγυνες λεσβίες. η εμφάνισή τους είναι σχεδόν α-φυλη, ούτε ιδιαίτερα γυναικεία, ούτε ιδιαίτερα ανδρική

BDSM: Bondage, Discipline/Dominance, Sado-Masochism (ερωτικά παιχνίδια εξουσίας κι επιβολής)

bi : bisexual

bifriends : αμφισεξουαλικοί φίλοι

bisexual : αμφισεξουαλική/ος

Boston Marriage
(άτυπος) λεσβιακός γάμος ή λεσβιακό ζευγάρι που συζεί ανοιχτά, χωρίς όμως καμιά αναφορά ούτε υπόνοια κοινού κρεβατιού, όπως συνηθιζόταν στη Βοστώνη το 19ο αι. Παραπομπή σε λογοτεχνικές & ιστορικές αναφορές, βλ. & ομώνυμο έργο του Μάμετ,

butch/femme
ταμπέλες που ήταν απαραίτητες κάποτε (1960ς στην Αμερική, 1970ς στην Ευρώπη) ώστε να είναι σαφές ποιον υποχρεωτικά ετερόφυλο ρόλο αναπαράγει καθεμιά. Τον 21ο αιώνα καταργημένες και με ακαδημαϊκούς τίτλους πλέον (queer studies), αναφέρονται ακόμα σε εμφάνιση & συμπεριφορές, παιχνίδια ρόλων ή και λογοπαίγνια. Για παράδειγμα βλέπε αγγελίες γνωριμιών τύπου " soft butch bottom, αναζητώ δυναμική πολύ femme top για παιχνίδια. Μόνο εξωγήινες." Ενώ ακόμα ορισμένες παρέες πιστεύουν ότι όσες φορούν κραγιόν αποκλείεται νάναι τοπ κι όσες φορούν γραβάτα αποκλείεται το αντίστροφο. Κάντε όσα λογοπαίγνια θέτε, αλλά ακολουθείτε πάντα την καρδιά σας και μην εγκλωβίζεστε σε καμιά ταμπελίτσα.

butch : άτομο που ντύνεται ή φέρεται έντονα στο μοντέλο του αρσενικού (ιδιαίτερα συχνά)

butch lesbian : λεσβία butch

clit : συντμηση του clitoris

clitoris : κλειτορίδα

closet
ντουλάπι. Μεταφορικά, αναφέρεται για τους ομοφυλόφιλους και όλους τους ανθρώπους με εναλλακτικές σεξουαλικές ταυτότητες, που βιώνουν μυστικά τη σεξουαλικότητά τους ότι είναι (κρυμένοι) στο ντουλάπι "in the closet".

closeted : βλ. "closet"

closeted lesbian/gay/trans
ομοφυλόφιλοι ή queer άνθρωποι που δεν έχουν αποδεχτεί την ταυτότητά τους ή που δεν την εχουν αποκαλυψει στο περιβάλλον τους - μπορεί να είναι "partly closeted", δηλαδή σε κάποιο συνδυασμό ειλικρίνειας και μυστικότητας, να το έχουν αποδεχτεί και αποκαλύψει σε επιλεγμένους ανθρώπους αλλά όχι παντού.

cross dress (ρήμα)

crossdresser/s : ανθρωποι που μερικές φορές φορούν ρούχα του άλλου φύλου, για προσωπικούς λόγους

condom: προφυλακτικό (κλασικού τύπου)

Cruising .. στέκια όπου μαζεύονται οι γκέη άνδρες για καμάκια και ανώνυμο σεξ - συνήθως δημόσιοι απόμεροι χώροι

cunnilingus
αιδειολειχία, (λατινική λέξη που χρησιμοποιείται παγκόσμια) - the fine art of making love to a vagina with your mouth and tongue - http://www.luckymojo.com/faqs/altsex/cunni.html

cyberdykes
cyber+dykes, κυβερνολεσβίες. Συχνά αναφέρεται σε λεσβίες που αγαπούν ιδιαίτερα τη διασκέδαση χωρίς αναστολές, από την αντίστοιχη ιστοσελίδα που χρησιμοποίησε τον όρο βλ. http://www.cyberdykes.com

dental dam
οδοντικό διάφραγμα, μεμβράνη από λατέξ που χρησιμοποιείται συχνά από τους οδοντογιατρούς, παρόμοιο με το γυναικείο προφυλακτικό

dildo: τεχνητό υποκατάστατο πέους σε στύση, ομοίωμα φαλού, ιδιαίτερα ως ερωτικό αντικείμενο/παιχνίδι

dominatrix: κυριαρχική εξουσιαστική γυναίκα, ιδιαίτερα σε ερωτικά παιχνίδια

drag kings
γυναίκες που μιμούνται διάσημους άνδρες performer, όπως για παράδειγμα τον Ελβις Πρίσλεϋ, ή οποιοδήποτε άλλο γνωστό καλλιτέχνη (ιδ.σε τραγούδι και χορό). Aντίστοιχο του Drag Queens.

drag queens
άνδρες που μιμούνται διάσημες γυναίκες performer, επαγγελματικά και συνήθως εξαιρετικά, όπως για παράδειγμα την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ή οποιαδήποτε άλλη γνωστή καλλιτέχνιδα, ιδ.σε τραγούδι και χορό.

dyke
λεσβία - ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί υποτιμιτικά για τις λεσβίες, αλλά ανακτήθηκε, και σήμερα τον χρησιμοποιούμε περήφανα, όπως και το ροζ τρίγωνο. Λεσβία, ιδ. που ζει σαν τέτοια

dystopia:
δεν υπάρχει αντίστοιχη ελληνική λέξη. σημαίνει το αντίθετο της ουτοπίας κατά μια έννοια, μια απαισιόδοξη ιστορία για το μέλλον συνήθως, όπως για παράδειγμα το 1984 του Οργουελ. Μπορείτε να φανταστείτε γιατί συναντάται πολύ συχνά σε γυναικείες γραφές.

equal attraction - ιδ. για αμφισεξουαλικά ατομα, το να γοητεύονται από τα δυο φύλλα σχεδόν εξίσου

ex : πρώην (& "Χ")

fag : υποτιμητικός αποφευκταίος χαρακτηρισμός για ομοφυλόφιλους άνδρες. 'Ισως περίπου αντίστοιχο με τις δικές μας "συκιές" ?

faghag : χρησιμοποιήθηκε για τους φίλους των ομοφυλοφίλων, με την ίδια υποτιμητική έννοια

femidom
προφυλακτικό από latex, νεώτερου τύπου, που φοριέται εσωτερικά, ιδ. από γκεη ανδρες & προωθήθηκε (σε άλλες χώρες) ως "γυναικείο". Η διαφορά του από το κλασικό είναι ότι το φοράει το άτομο που θα δεχτεί κολπική ή πρωκτική διείσδυση.

female genital mutilation
γενετικός ακρωτηριασμός γυναικών, τμηματικό κόψιμο του εξωτερικά εμφανούς τμήματος της κλειτορίδας. Γίίνεται "πατροπαράδοτα" σε κάποιες ανδροκρατικές κοινωνίες σε πολύ τρυφερή ηλικία του θύματος (πριν την εφηβεία), συχνά με απαράδεκτους επικίνδυνους τρόπους. Βλέπε σχετική σελίδα: κλειτοριδεκτομή

feminism
φεμινισμός, το παγκόσμιο κίνημα διεκδίκησης ίσων δικαιωμάτων των γυναικών. Ξεκίνησε στη Δ. Ευρώπη και την Β. Αμερική διεκδικώντας βασική εκπαίδευση και των κοριτσιών, έπειτα διεκδίκησε το δικαίωμα ψήφου. Σήμερα (21ος αιώνας) διεκδικεί ακόμα το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, ίσες αμοιβές για την ίδια εργασία.. και την εφαρμογή εκατοντάδων διεθνών, ευρωπαϊκών και τοπικών σχετικών νόμων που απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω φύλου.

femme
άτομο που ντύνεται & φέρεται έντονα στο μοντέλο του θηλυκού, συχνά χρησιμοποιείται για τις πολύ θυλικές λεσβίες, βλ. & lipstic lesbian

femme/s
λεσβίες που ντύνονται και φέρονται περισσότερο σαν πολύ .. θυλικές γυναίκες, και γενικά αποφεύγουν τα ντυσίματα και συμπεριφορές που δεν τονίζουν αρκετά τη θυληκότητά τους. Σχεδόν συνώνυμο του lipstic lesbian

FTM : (female to male) Τρανσεξουαλικοί άνθρωποι που γεννήθηκαν σε γυναικείο κορμί και άλλαξαν σε άνδρες

gal : κοπελιά, φιλαράκι (το θηλικό του guy)

gay
ομοφιλόφιλοι/ος, επίθετο, συχνά αναφέρεται μόνο στους άνδρες & προτιμητέο να αναφέρεται ρητά "γκέη άνδρες και γυναίκες" για αναφορά σε όλες & όλους τους ομοφυλόφιλους ή/και με διαφορετική σεξουαλικότητα. Προτιμητέος ο όρος queer για αναφορά σε όλες/ους τους ανθρώπους με διαφορετική σεξουαλικότητα.

gender
σεξουαλική ταυτότητα, γεννετήσια ταυτότητα. Στα ελληνικά έγγραφα της Ευρωπαϊκής ένωσης μεταφράζεται λανθασμένα ως "φύλο". Για παράδειγμα, ο τίτλος της οδηγίας ενάντια στις διακρίσεις "Gender equality directive" (για την ισότητα ανεξάρτητα από γενετήσια ταυτότητα) - μια οδηγία που ουσιαστικά επιβάλλει την πλήρη ισότητα και τις μη-διακρίσεις λόγω διαφορετικής γεννετήσιας ταυτότητας, που προστατεύει δηλαδή κάθε ομοφυλόφιλο, αμφισεξουαλικό, τρανσέξουαλ, και κάθε εναλλακτική σεξουαλική ταυτότητα, στα ελληνικά μεταφράστικε "επίσημα" ως "οδηγία για την ισότητα ανδρών-γυναικών". Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τον τίτλο, όλες οι διατάξεις της οδηγίας ισχύουν φυσικά και στην Ελλάδα, μια και την έχει ψηφήσει και δεχτεί.

gender-bender
άτομο που αμφισβητεί έμπρακτα τα κυρίαρχα μοντέλα θηλυκού-αρσενικού στην καθημερινή εμφάνιση και συμπεριφορά της/του. Δεν δίνει καμιά σημασία στους υποτιθέμενους "παραδοσιακούς" ρόλους και τις υποτιθέμενες υποχρεώσεις των φύλων, ντύνεται, εκφράζεται και ζει ελεύθερα, όπως νοιώθει καλύτερα η ίδια ή ο ίδιος.

gender-blindness
αδυναμία συνειδητοποίησης (ή & πλήρης αδιαφορία) για την σεξουαλική ταυτότητα των άλλων, & ιδ. του ατόμου που ερωτευόμαστε

gender-changer:
στα ηλεκτρικά/ηλεκτρονικά είναι ένα βίσμα-μετατροπέας που μπορεί να ενώσει δυο "θηλυκά" ή δυό "αρσενικά" βίσματα ίδιου τύπου & μεταφορικά άτομο ή εκδήλωση που ανατρέπει παραδοσιακές θεωρίες περί "ανδρικού" και "γυναικείου".

gender identity : σεξουαλική ταυτότητα. το πώς νοιώθουμε και το πώς βιώνουμε (με/για) την σεξουαλικότητά μας

gender identity issues : θέματα σεξουαλικής (ελλ. νομ. "γεννετήσιας") ταυτότητας

gender transition (~sex re-asignment?) : αλλαγή βιολογικού φύλου

go down on (a woman) .. εεε... μερικές το λένε και "προσκυνώ" (γυναίκα) .. κατεβαίνω να τη φιλήσω κάτω από τον αφαλό

granola dyke
πράσινο τσάι και του βουνού (μεγάλη συλλογή) και ματζούνια της γιαγιάς και φυσικές θεραπείες και γυναικείες γιαγιοπαραδότες παραδόσεις.. ενώ καμιά σχέση με την τρέχουσα μόδα, πλεχτές κάλτσες και ντύσιμο του 1970ς (βασικά τα απομεινάρια των παιδιών των λουλουδιών), δείχνει ασεξουαλική ενώ.. ποτέ δεν ξέρεις τί κρύβει. Αναφορά στο vanila lesbian, με τη διαφορά ότι τότε (1970'ς) ήτανε στη μόδα ενώ τώρα υποτίθεται ότι είναι και παλιομοδίτικο.

group marriage : ομαδικός γάμος

hermaphrodite
ερμαφρόδιτος, ανδρόγυνος. Η λέξη ερμαφρόδιτος τονίζει την ικανότητα επίδειξης χαρακτηριστικών και των δύο φύλων και αλλαγής μεταξύ τους (πχ. Ορλάντο). βλ. intersexed, androgynoys

hetero : "ετερό~", πρόθεμα, ή σύντμηση για "ετεροφυλόφιλη/ος

heterosexism
ετεροσεξισμός, ιδ. η προσπάθεια υποχρεωτικής επιβολής του. Εΐναι ενσωματωμένος στους θεσμούς και παντού, τόσο που για κάποιους θεωρείται "φυσικός" Το χειρότερο είναι ότι καλλιεργείται έντονα στα παιδιά (αυτό το παιχνίδι ή το ρούχο δεν είναι αρκετά αγορίστικο ή αρκετά κοριτσίστικο).

heterosexual
ετεροσεξουαλικός/η, άτομο που ερωτεύεται και ονειρεύεται ερωτικά αποκλειστικά και μόνο άτομα τού άλλου φύλου. Ναι, αυτός είναι ο επίσημος ορισμός, και σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό.. ποιό νά'ναι άραγε το ποσοστό των φανατικών ετεροσεξουαλικών?

heterosexuality
ετεροσεξουαλισμός, η σεξουαλική προτίμιση για άτομα του άλλου φύλου, και ιδ. η κοινωνική αυταπάτη που προσπαθεί να την επιβάλει ως το μoναδικό επιτρεπόμενο τρόπο ζωής (κοινωνικά επιβαλόμενος ετεροσεξισμός).

homo : "ομό", συντ. για Ομοφυλόφιλη/ος

homosexual :Ομοφυλόφιλη/ος. ιδ. αναφερόμενο σε αγόρια, αν δεν συνοδεύεται από επεξηγήσεις.

homophilic : φιλικό προς την ομοφυλοφιλία

homophobic : ομοφοβικός, ομόφοβος

homophobia : ομοφοβία

homophobia : ομοφοβία, ομοφυλοφοβία

intersex
ερμαφρόδιτος (ανάμεσα στα βιολογικά φύλα). ανθρωπος με διπλό φύλο, βιολογικά. hermaphrodite .. people born with ambiguous genitalia, chromosomes and (posibly) psychological differences.

invert
ομοφυλόφιλη/ος (μτφ.), ερνητικά φορτισμένος όρος, είναι ο συχνότερα αναφερόμενος στις και στους ομοφυλόφιλους σε αγγλόφωνα σε κείμενα παλαιότερα της εμφάνισης του όρου "homosexual". Κυριολεκτικά σημαίνει αντεστραμένος, ανάστροφος, ανάποδος.. σίγουρα όχι κανονικός.

j

king show : drag king show.
Kinsey, Alfred
βιολόγος, ο πρώτος επιστήμονας που τόλμησε να ερευνήσει τη σεξουαλικότητα των φύλων. Αναζητήστε το ! βλέπε βιβλία & ταινία

Kinsey scale: κλίμακα του Κίνσεϋ

labrys : λάβρυς (ο διπλός πέλεκυς), βλ. σύμβολα

lesbian : λεσβία, λεσβιακό

Lesbian Bed Death : στη μέση του κρεβατιού το ποτάμι είναι βαθύ. Ο τρόμος κάθε μακροχρόνιου ζευγαριού.

lesbian feminism : λεσβιακός φεμινισμός

lesbian handbag
χρησιμοποιείται όχι-πολύ-ευγενικά για τους ομοφυλόφιλους άνδρες που κυκλοφορούν πάντα με λεσβιακές παρέες ή που κολλάνε συνέχεια σε μια λεσβία ή ένα λεσβιακό ζευγάρι. (κυριολεκτικά σημαίνει λεσβιακή γυναικεία τσάντα)

lesbian icons
λεσβιακά πρότυπα. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν, επειδή ούτε εμείς οι ίδιες δεν τιμάμε τις δικές μας γυναίκες που έχουν πετύχει κάτι, στη θέση τους λατρεύεται κάθε όμορφη που παίζει ένα φιλικό ρόλο σε μια καλή ταινία. Για περισσότερα ρωτήστε την ίδια τη Jodie Foster και δείτε & Λεσβίες που αλλάζουν τον κόσμο (τους/μας)

lesbian identity
λεσβιακή ταυτότητα. Για τους εχθρικούς, φτάνει να μην βγαίνεις σε αγόρια (ειδικά στο χωριό τους) κι είσαι λεσβία, ενώ για κάποιες άλλες φανατικές ομάδες φτάνει να βγεις μια φορά με ένα αγόρι (ειδικά στο πάρτυ της ΛΟΑ) και δεν είσαι. Αλλες πιστεύουν ότι λεσβίες είναι μόνο όσες αγαπούν και υποστηρίζουν όλες τις γυναίκες και τα φεμινιστικά ζητήματα, ή όσες δεν γνώρισαν ποτέ άνδρα (ούτε ένα ραντεβού!), ή, για τις πιο μετριοπαθείς, τουλάχιστο δεν ξαναβγήκαν με άντρα από τη στιγμή που δέχτηκαν ότι είναι λεσβίες. Ενώ η "πολιτικά ορθή" άποψη τείνει στο ότι λεσβία είναι αυτή που δηλώνει λεσβία. Κι άλλο ένα ερώτημα, τί είναι όσες δηλώνουν λεσβίες και δεν βγαίνουν με αγόρια αλλά ούτε με κορίτσια ? Για τις πιο πολλές το να πας με γυναίκα σε "κάνει" λεσβία, τουλάχιστο μέχρι την επόμενη φορά που θα πας με.. άλλο φύλο. Εάν συζείς φανερά με άλλη λεσβία ή αν την παντρευτείς, κερδίζεις τιμητικά τον τίτλο, ανεξάρτητα από το τί μπορεί να κάνεις σε κάποια έξοδό σου, όπως και το να ιδρύσεις μια λεσβιακή ομάδα επίσης. Τελικά ίσως τα κριτήρια μερικών ανθρώπων σηκώνουν πολύ τσικουδιά..

lesbo : αργκό για lesbian, συχνά υποτιμητικό, ιδιαίτερα από γυναίκες

lezzies
λεσβίες (lesbians) (ήταν μειωτικό, τώρα αρκετές αμερικάνες ιδίως το χρησιμοποιούν ως υποκοριστικό του lesbians - αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρο παντού ότι δεν θα παρεξηγηθούν στη χρήση του! )

LG : Lesbian & Gay

LGBT : lesbian, gay, disexual & transgender

LGBTQIF+
λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφί, τρανσεξουαλικοί, υπερφυλικοί, queer, τραβεστί, ψαχνόμενοι, οικογένειες, φίλοι και.. όλες κι όλοι οι άλλοι που θέλουν να τις υποστηρίξουν (τα αρχικά των λέξεων Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender, Queer, Inquiring, Friends & Family)

lipstic : κοκέτες γυναικες, βάφονται και ντύνονται με πολύ τονισμένα θυλικά "σημάδια", πολύ συχνά ή πάντοτε, δεν εμφανίζονται σχεδόν ποτέ χωρίς κραγιόν!

lipstic lesbians : λεσβίες lipstic, βλ. παραπάνω

Long-Distance Relationships
σχέσεις από απόσταση, δυστυχώς πολύ συχνές, από γνωριμίες σπουδών, διακοπών και κάθε είδους μετακινήσεων, ειδικά μια και στην "άλλη πόλη" είναι πάντα πιο εύκολο να κυκλοφορείς με την καλή σου χωρίς να κινδυνεύεις από τις κακές γλώσσες. Καλύτερα αγοράστε μετοχές τηλεπικοινωνίας και αεροπορικών εταιριών και φροντίστε τουλάχιστο μια απο τις δυο να βρει (καλή) δουλειά στην πόλη της άλλης. Ειδικά αν η πόλη της άλλης είναι στην Ολλανδία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το οικονομικό και συναισθηματικό κόστος, ούτε μόνο ότι έτσι αποκλείεται να βρείτε μια καλή κοπέλα που να μπορείτε στ αλήθεια να μοιραστείτε την καθημερινότητα και να γεράσετε μαζί. Είναι κυρίως ότι έτσι, μισο-συνειδητά αποφεύγετε μια αληθινή σχέση. Και μην απορείτε για τις μη-ελληνίδες που ζουν μόνιμα ευτυχισμένες σε ελληνικά θέρετρα.

masculine woman : αρρενωπή γυναίκα, δυναμική, ανδρογυναίκα

masher: male impersonator

monogamy : μονογαμία, η πρακτική του να έχουμε ένα αποκλειστικό ερωτικό σύντροφο

monosexuality
η θεωρία αρκετών κοινωνικών ομάδων ότι είναι "αποδεκτό" ή "επιτεπτό" να αγαπάμε άτομα μόνο ενός συγκεκριμένου φύλου. Κι η επιλογή αυτή μας καθορίζει, αποτελεί τμήμα της ταυτότητάς μας.

MTF : (male-to-female) τρανσεξουαλικοί άνθρωποι που γεννήθηκαν σε αρσενικό κορμί, και το άλλαξαν

No ho/No op
οι άνθρωποι που δεν θέλουν εγχείρηση, ούτε να "αλλάξουν" την εμφανισή τους, ενώ είναι /ή/σχεδόν transgender, συνήθως ανδρόγυνοι άνθρωποι που δέχονται το σώμα τους και δεν θέλουν να το αλλάξουν

non-monogamy
το αντίθετο της μονογαμίας, όπου δεν έχουμε καμιά αποκλειστικότητα στις σχέσεις μας. (ισότιμα και με ειλικρίνεια)

outing
αποκάλυψη άλλου προσώπου από τρίτους, όπως για παράδειγμα στην ταινία "In & Out". To Outing είναι πάντα λάθος, εκτός από την περίπτωση που έχουμε έγγραφη παράκληση του θύματος να το κάνουμε για λογαριασμό του.

partner : σύντροφος (ο/η)

passing priviledge
(το προνόμιο του να "περνάς" ..) Η ικανότητα ορισμένων τρανς ανθρώπων να έχουν την εμφάνιση και την συμπεριφορά της σεξουλικής ταυτότητας που προτιμούν, ώστε να μην φαίνονται ότι είναι τρανς.

PEP - post-exposure prophylaxis. θεραπεία προφύλαξης εναντι του HIV/AIDS μετά την έκθεση (24ώρες)

post-op : μετά την εγχείριση, τρανς άτομο πλήρως στο νέο του φύλο

pre-op : πριν την εγχείριση (τρανς άτομο στη διαδικασία αλλαγής)

pride : περηφάνεια, κι οι ομώνυμες περήφανες γιορτές ανά τον κόσμο

poly
αναφορά στην ένοια που αρχίζει από "πολύ~" και που ταιριάζει με το θέμα του κειμένου (συμφραζόμενα) Συχνά σε κείμενα σχετικά με εναλλακτικές σεξουαλικότητες αναφέρεται σε polyamory

polyamory
σταθερές συναισθηματικές σχέσεις με περισσότερα από ένα άτομα. Το ράδιο-αρβύλα το συγχέει με ανεξέλεγκτες πολλαπλές σχέσεις, αλλά η σημαντική διαφορά είναι η ειλικρίνεια κι η αποδοχή μεταξύ όλων των ατόμων, και η σχετική σταθερότητα της σχέσης στο χρόνο.

polyamorous
άνθρωπος που αγαπά ερωτικά περισσότερους από ένα ανθρώπους (και που δεν το κρύβει από κανένα από τους συντρόφους του)

polyfidelity : ερωτική δέσμευση προς περισσότερα από ένα άτομα

polyfidelitous : άνθρωπος που είναι πιστός σε όλους τους συντρόφους του (που είναι από 2 και πάνω)

polygender/ed : άνθρωποι που αρνούνται να περιορίσουν την σεξουαλική τους ταυτότητα σε οποιαδήποτε στενά πλαίσια καθορισμού

poly?sexual women :

polygamy
πολυγαμία. Είναι παράνομη στις περισσότερες χώρες στον κόσμο, με εξαίρεση ελάχιστες χώρες όπου η γυναίκα θεωρείται αντικείμενο κι επιτρέπεται κάποιος (άνδρας) με κάποια κριτήρια (κυρίως οικονομικά) να "κατέχει" περισσότερα του ενός γυναικεία αντικείμενα. Είναι απαράδεκτη όπως εφαρμόζεται.

post-operative (trassexual condition) : μετεγχειρητικός, αναφορά σε στάδιο αλλαγής φύλου ανθρώπων τρανς.

pre-operative (pre-op)
προεγχειρητικός, αναφορά σε στάδιο αλλαγής φύλου ανθρώπων τρανς, συνήθως δηλώνει ότι είναι σχεδόν έτοιμοι για την εγχείρηση.

Pride : περήφανη παρέλαση. ο όρος συχνά υπονοεί "Gay pride" - περήφανη παρέλαση ομοφυλόφιλων

Pride is
The quality of being proud. I.1. A high or overwhelming opinion of one’s own qualities, attainments, or estate. 2. The exhibition of this quality in one’s attitude, bearing, conduct, etc. 3. A consciousness of what is befitting or due to oneself or one’s position 4. A feeling of elation or high satisfaction derived from some action or possession. II.1. Magnificence, splendor; pomp, display. +6. Sexual desire, ‘heat’. (1604).

queer
άτομο ή φιλοσοφία που αμφισβητεί τον ετεροσεξουαλικό καταναγκασμό των δυο φύλων και τους απαιτούμενους κοινωνικούς ρόλους τους. Λιγότερο συνειδητά ήταν όλη η γενιά που άρχισε να ντύνεται σε ύφος "unisex", αλλά ο όρος αναφέρεται συνήθως σε πιο συνειδητές καταστάσεις κι ιδιαίτερα στις σπουδές φύλου & ισότητας.

queer nation : βλέπε παρακάτω & μια queer theory της Ερμείας

queer theory
περίπου, η θεωρία ότι οι περισσότεροι γεννιόμαστε αμφισεξουαλικοί, κι αν δεν υπήρχε η επιβαλόμενη κοινωνική εκπαίδευση που μας αναγκάζει να μάθουμε και να συμμορφωθούμε με τον πρέποντα ρόλο γυναίκας ή άνδρα, τότε θα εκφραζόμασταν ελεύθερα στην ευρύτατη γκάμα που μελέτησε και ο Kinsky μετάξύ των "2 φύλων".

rainbow : ουράνιο τόξο, βλ. σύμβολα

rainbow flag
η σημαία του ουράνιου τόξου, με έξι λουρίδες για να ξεχωρίσει από τις παρόμοιες σημαίες της ειρήνης κλπ. βλ. σύμβολα

Sappho : Σαπφώ

sapphic
σαπφικό, αναφερόμενο στη Σαπφώ, όπως πχ. στην τυπολογία των στίχου της (σαπφική στροφή), ή στις πραγματικές ή υποτιθέμενες συνήθειές της, πχ. σε παρόμοια σαλόνια κοριτσιών.

sapphite : σαπφίδα (σαπφικό άτομο)

Serial Monogamy
σειριακή μονογαμία. Σύντομες αποκλειστικές σχέσεις, γενικά έντονες και γεμάτες πάθος. Ενας τρόπος να αποφύγεις το lesbian bed death και το κόστος των σχέσεων από απόσταση, αλλά και το χτίσιμο αληθινής σχέσης & οικειότητας, ενώ φυσικά μπορείς ταυτόχρονα να κοροϊδεύεις ακόμα και την εαυτή σου ότι τάχα απλά σου τυχαίνει.. ενώ εσύ αναζητάς την κα. Τέλεια.

sex: 1. (βιολογ.) φύλο (αρσενικό ή θηλυκό) 2. σεξ

sexism : σεξισμός. Κοινωνική ασθένεια

sexist : σεξιστής. Πιστεύει ότι ένα από τα φύλα είναι ανώτερο και φέρεται υποτιμιτικά στα άλλα φύλα.

sexual minorities
σεξουαλικές μειονότητες. Ομάδς ανθρώπων που είναι ή που θεωρούνται μειοψηφία λόγω της σεξουαλικότητάς τους. Καταπιέζονται όπως όλες οι μειονότητες.

sexual orientation : σεξουαλικός προσανατολισμός (ποιο είδος ανθρώπων μας γοητεύει)

sexual reassignment : σεξουαλικός επαναπροσδιορισμός.

sexuality : σεξουαλικότητα

single : μόνη/ος, χωρίς σχέση/σύντροφο

stone butch : λεσβίες με πολύ έντονη αρσενική ενέργεια, πολύ φανατικές στο συγκεκριμένο θέμα (νταλίκες)

Stonewall : βλέπε αφιέρωμα στο sapphogr.net/istoria/20s/stonewall.html (και αντίγραφα)

"straight" : κυριολ. ευθύς, ίσιος, τακτοποιημένος, ειλικρινής. Αναφορά σε ετεροσεξουαλικούς ανθρώπους.

tipping the velvet
ευφημισμός για το cunnilingus
[tipping = αγγίζω ή παίζω με την άκρη, πχ. με ακροδάκτυλα ή με την άκρη της γλώσσας. Το βελούδο το γνωρίζουμε.] Βλέπε & ομώνυμη ταινία του BBC


tom : tomboy, butch, (ανεξάρτητα ηλικίας)

tomboy - αγοροκόριτσο (παιδί,έφηβη)

tommish : γυναίκα που κάποτε φέρεται σαν tom, αντροφέρεται, αντροντύνεται .. (όχι φανατικά)

toy/s: παιχνίδια (αθύρματα, όχι παίγνια), ιδιαίτερα ερωτικά αντικείμενα για σεξουαλική χρήση

transsexual : κακόχρηστο (και παραφορτωμένο..) αντί του transgender

transgender : υπερφυλικός, άτομο που έχει αλλάξει φύλο ή βρίσκεται στη διαδικασία αλλαγής. βλ. & wikipedia

transphobia
φοβία και αρνητικές συμπεριφορές προς κάθε αναφορά σε ανθρώπους με σεξουαλική ταυτότητα διαφορετική από το φύλο του σώματος στο οποίο γεννήθηκαν. Συχνά συνοδεύεται από ιδιαίτερα επιθετικές συμπεριφορές προς κάθε άτομο, κατάσταση ή αναφορά σε τρανς.

transvestite
τραβεστί. άνθρωποι που μερικές φορές ντύνονται με ρούχα και αξεσουάρ που η κοινωνία θεωρεί ότι ανήκουν στ "αντίθετο" φύλλο. cross-dressers (ειδικά συχνά ή μόνιμα). Ελλ. νομ. "παρενδυτικοί"

u

vanilla lesbian
λεσβία με μεγάλη συλλογή από αρωματικά τσάγια & βότανα, οπαδός της φυσικής διατροφής και πιθανότατα & χορτοφάγος. Κάποτε στο αμέρικα ('70ς) ήταν συχνό φαινόμενο, εξ ού κι η ταμπελίτσα.

vibrator: δονητής
visibility: ορατότητα, το να φαίνεσαι
w

Χ . σε γραπτά κείμενα (και στο διαδίκτυο) συχνά σημαίνει "ex" δηλαδή πρώην (σχέση)

y

z


βλέπε επίσης
ελληνο-ελληνικό λεξικό (προσεχώς)
αρκτικόλεξα (διεθνή)
σχετικοί σύνδεσμοι